ἀφάνταστος

ἀφάνταστος
ἀφάνταστος
without
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • αφάνταστος — η, ο (AM ἀφάνταστος, ον) νεοελλ. 1. εκείνος τον οποίο δεν μπορεί κανείς να φανταστεί, ο εξαιρετικός 2. αυτός που δεν είναι φαντασμένος, ο σεμνός αρχ. μσν. 1. ο μη φανταστικός, ο αληθινός 2. όποιος δεν φαντάζεται κάτι ή δεν έχει κάποιο όραμα 3.… …   Dictionary of Greek

  • αφάνταστος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να φανταστεί, που περνά τα όρια της φαντασίας: Είναι αφάνταστες οι καταστροφές που έκαμε ο σεισμός. 2. αυτός που δεν έχει φαντασία: Είναι ποιητής αφάνταστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀφαντάστως — ἀφάνταστος without adverbial ἀφάνταστος without masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφάνταστον — ἀφάνταστος without masc/fem acc sg ἀφάνταστος without neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαντάστοις — ἀφάνταστος without masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαντάστου — ἀφάνταστος without masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαντάστους — ἀφάνταστος without masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφαντάστῳ — ἀφάνταστος without masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφάνταστα — ἀφάνταστος without neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφάνταστοι — ἀφάνταστος without masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”